Highlight:
Tools
Wed 26 Apr 2017
Ανω Χώρα PDF Εκτύπωση E-mail
Σχετικά με τη Ναυπακτία
Συντάχθηκε απο τον/την http://www.apodotia.gr/   
Τρίτη, 14 Σεπτέμβριος 2010 12:09

Η Ανω Χώρα είναι πρωτεύουσα του Δήμου Αποδοτίας με πληθυσμό 404 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001 και βρίσκεται σε απόσταση 58 χιλιομέτρων από τη Ναύπακτο.

Η μεγάλη Λομποτινά σημερινή Ανω Χώρα της επαρχίας Ναυπακτίας βρίσκεται με την πλάτη της να ακουμπάει αμφιθεατρικά σε μια από τις νοτιοδυτικές κλιτύες των Βαρδουσίων ορέων , της Σύρτας, με το μέτωπο της στραμμένο από βόρεια κατεύθυνση ως ανατολική , νότιο ανατολική. Από το πιο ψηλά σπίτι ως το πιο χαμηλά υπάρχει μια υψομετρική διαφορά ως διακόσια μέτρα.  Ο μητροπολιτικός ναός είναι     
αφιερωμένος στη χάρη της Αγίας Παρασκευής, καθώς και η αγορά, βρίσκονται στο κέντρο του χωριού σε υψόμετρο 1030 μέτρα.

Το χωριό περιβάλλεται ολόγυρα από ορεινούς όγκους που όλοι τους είναι αποφύσεις της οροσειράς των Βαρδουσίων που έχουν υψόμετρο 2495 μ. και είναι το νοτιότερο σημαντικό άκρο της οροσειράς της Πίνδου. Η Σύρτα πάνω στην οποία ακουμπάει τη ράχη του το χωριό έχει υψόμετρο 1460 μέτρα. Ανατολικά της Σύρτας υπάρχουν με μικρότερο υψόμετρο οι κορυφές Τσονάκι, Κοραούλι, Αη Γιάννης και Μακρύβαλτο. Νοτιοδυτικά της Σύρτας και σε απόσταση δύο περίπου ωρών είναι το βουνό Τσακαλάκι με υψόμετρο 1714 μ. Ανατολικά της Μεγ. Λομποτινάς υπάρχουν οι κορυφές Αυγό και Τριτσοβά καθώς και η αδερφές του Ομάλια και Νεραϊδάλωνο με υψόμετρα 1612 και 1708μ. αντίστοιχα.   

Προς τη βόρεια κατεύθυνση υπάρχει η ράχη Κρυονέρια και δυτικά η κορυφή της Τσεκούρας με υψόμετρο 1734 μ. Ο κύκλος κλίνει με τα υψώματα Προφήτης Ηλίας και Τούρλα προς τα δυτικά, νοτιοδυτικά του χωριού. Η Τούρλα έχει υψόμετρο 1311μ. Πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, ο Κατωχωρίτης και τα ρέματα που χύνονται σε αυτόν, τα καλοκαίρια σχεδόν ξηραίνονται επειδή τα νερά των πηγών που τα τροφοδοτούσαν χρησιμοποιούνταν ως το τελευταίο δράμι τους για το νεροπότισμα των χωραφιών που    
βρίσκονται ολόγυρα στις ράχες αλλά και για το πότισμα των κήπων μέσα στο χωριό. Μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τα χωράφια έξω από το χωριό αλλά και τα περισσότερα γιούρτια και οι κήποι μέσα στο χωριό εγκαταλείφτηκαν από τα αφεντικά τους, μένουν ακαλλιέργητα κι έτσι τα νερά των πηγών ακόμη και το κατακαλόκαιρο σέρνονται στα ρέματα, από εκει στον Κάκαβο, αυτός με τη σειρά του τα αδειάζει στον Φείδαρι και τελικά τα δέχεται στην αγκαλιά του ο Πατραϊκός Κόλπος.   

Αριστερά και δεξιά του χωριού και στο ίδιο σχεδόν ύψος των 1.050 περίπου μ. βρίσκονται οι λόφοι Λακούλα από τα αριστερά και Αη Γιώργης από τα δεξιά κι ενώ η Λακούλα είναι κατάφυτη από έλατα και καστανιές, ο Αη Γιώργης σκεπάζεται από έλατα και λίγους κέδρους. Οι δυο παραπάνω λόφοι έτσι όπως ξεπετάγονται από τις δυο πλευρές του χωριού, δημιουργούν την εντύπωση πως το χωριό άπλωσε τα χέρια του για να σφίξει στην αγκαλιά του το βουνό Τριτσοβά που ορθώνεται κατακόρυφο μπροστά του σε μιαν απόσταση ως δυόμιση με τρία χιλιόμετρα που μοιάζει σαν όρθια μονοκόμματη επιτύμβια πέτρα. Παλιότερα, όσο θυμάται ο συγγραφές του παρόντος, του οποίου η μνήμη τη στιγμή που γράφονται τα λόγια τούτα φτάνει τα εβδομήντα καλοστεκούμενα χρόνια, χώρια τα νηπιακά του, το βουνό Τριτσοβά, φαίνονταν πράγματι σαν όρθια τριγωνική μονοκόμματη και καθαρή πέτρα. Όμως τα τελευταία χρόνια η καθαρότητα αυτή πιτσιλίστηκε από μελανά σημεία. Είναι οι ομάδες από έλατα που αναπτύχθηκαν όπου υπήρχε συσσωρευμένο λίγο χώμα ακόμα καις τις μικρές ή μεγάλες σχισμές του ψηλού βράχου. Αλλά ολόκληρη ή προς ανατολικά πλευρά της Τριτσοβάς φαντάζει κατάμαυρη καθώς σκεπάστηκε ολόκληρη από πυκνότατο δάσος ελάτης, που αναπτύχθηκε τα μεταπολεμικά κυρίως χρόνια.          

Ολες οι κορυφές, οι ράχες κι οι πλαγιές, τα ισιώματα κι οι λαγκαδιές ολόγυρα στο χωριό, πάνω και κάτω από αυτό, στα πλάγια και μπροστά του, εκατομμύρια έλατα στέκουν ακοίμητοι φρουροί της υγείας των Ανω , Κάτω Χωρητών.

Η πυκνότητα στα ελατοδάση και στα καστανοδάση της Ανω Χώρας τα μεταπολεμικά ιδίως χρόνια που έλειψε η αιγοπροβατοβοσκή, αφού και τα μεν και τα δε τα ξεκλήρισε η μετανάστευση των κατοίκων στο εσωτερικό και το εξωτερικό, είναι αφάνταστα μεγάλη. Τα έλατα κι οι καστανιές κατακάλυψαν τα πάντα και καθώς καινούργιες καστανούλες και κοντοελατάκια φυτρώνουν κάθε χρόνο, έδεσαν όλα αυτά μεταξύ τους κι έκλεισαν όλα τα περάσματα. Δρόμοι, κατσικόδρομοι και μονοπάτια πνίγηκαν στη βλάστηση κι έσβησαν από το χάρτη. Ακόμα κι οι ξώμαχοι του χωριού που πέρασαν τη ζωή τους στους λόγγους σαν τσοπάνηδες, καλλιεργητές ή ξυλοκόποι κι όσοι φυσικά εξακολουθούν να ζούνε στο χωριό, χρειάζονται όσφρηση λαγωνικού και αετίσιο μάτι για να βρούνε τα σημάδια τους.

Η ανάπτυξη του ελάτου και της Καστανιάς στην περιοχή της Μεγάλης Λομποτινάς δεν έχει το ταίρι της στον ελληνικό χώρο. Ο Δασολόγος Κίλιας που μετεκπαιδεύτηκε στη Σουηδία και γύρισε το καστανοδάσος του χωριού πιθαμή προς πιθαμή για να το χαρτογραφήσει και να συντάξει υπεύθυνη διαχειριστική μελέτη για την εκμετάλλευση του, σημειώνει στη μελέτη του αυτή: « Ουδαμού της Ευρώπης συνάντησα τόσην ανάπτυξην ελάτης και καστανέας όσην εις Άνω Χώραν Ναυπακτίας ». Και πράγματι, όταν μετά τη διαχειριστική μελέτη του Κίλια και την έγκριση τής από το υπουργείο Γεωργίας με τη υπ αρ. 110841/1971 της 15.10.1958 απόφαση άρχισε ή εκμετάλλευση του καστανοδάσους και πολλοί έκοψαν σύρριζα τις γέρικες καστανιές των, μέσα σε ένα χρόνο ξεφύτρωσαν στη ρίζα κάθε κομμένης καστανιάς πάνω από 100 καινούρια βλαστάρια που το καθένα από αυτά μέσα στον ίδιο χρόνο έφτασε τα πέντε και παραπάνω μέτρα.

Μέσα σε αυτό το όργιο του έλατου και της καστανιάς, του κέδρου και της φτέρης, υπάρχουν πάρα πολλές πηγές με λίγο ή πολύ νερό για το νεροπότισμα των χωραφιών γύρω στο χωριό ακόμα και για τους κήπους και τα γιαούρτια μέσα στο χωριό. Ο Σκλήθρος, η Μεγάλη Βρύση, η Κόκκινη Μηλιά, η Σύρτα, ο Φονιάς, τα Καραούλια, η Χουχλάστη, η Τσέμπικη, το Θυμέϊκο, οι Μηλιές, το Πάνω και Κάτω Μεϊλάκωμα, τα Χωράφια, τα Λινάρια, στα Πρίμπα είναι πηγές με αρκετό νερό με το οποίο πότιζαν οι Ανωχωρήτες τα χωράφια τους, χώρια οι πηγές που βρίσκονταν μέσα στα κτήματα κι ανήκαν στους ιδιοκτήτες των κτημάτων αποκλειστικά. Εξόν όλες αυτές τις πηγές υπάρχουν κι άλλες μέσα στο χωριό σαν την Μπουκουρίνου με τρεις πλουσιοπάροχους κρουνούς, η Μπαρμπάτοβα με δυο και άφθονο νερό, η Δάφνη με το απαράμιλλο νερό της κοντά στο Τσατσανέϊκο μαχαλά, αλλά κι άλλες μικρότερες πηγές όπως η Φάτς, η Μότσιου και τ Αη Νικόλα.

Κοντά στην οργιαστική βλάστηση ολόγυρα στο χωριό για την οποία κάναμε λόγο παραπάνω, δεν πάει καθόλου πίσω και η βλάστηση μέσα στο χωριό. Τα άφθονα οπωροφόρα δέντρα, μηλιές, κερασιές, κορομηλιές, δαμασκηνιές, καρυδιές κι ατελείωτες αραδαριές από κλίματα, κάνουν την Ανω Χώρα καταπράσινο λιβάδι κι όπως οι τοίχοι των σπιτιών είναι κατάλευκοι απ τον ασβέστη και κατακόκκινες οι σκεπές από κεραμίδι γαλλικό, φαντάζει το χωριό απ το ξάγναντο σαν πράσινος καμβάς κεντημένος πλούσια με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα.

Δεν ξέρω αν αυτή η οργιαστική βλάστηση μέσα και γύρω στο χωριό οφείλεται στο υγρό κλίμα που επικρατεί, ή αν το υγρό κλίμα χρωστάει την ύπαρξή του στο όργιο της βλάστησης. Γι αυτό ας πούνε τη γνώμη τους οι ειδικοι. Οπως και να χει το πράγμα, το βέβαιο είναι ότι και τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, χρειάζεται γερόν ντύσιμο, τις απογευματινές και βραδινές ώρες, για να είναι άνετη η παραμονή στην ύπαιθρο.   

Η υγρασία του χωριού , δεν υπάρχει λόγος να το κρύψουμε , είναι από τις υψηλότερες όλης της χώρας. Και μπορεί οι Λομποτιανίτες να μην την «βλέπουν», σίγουρα όμως την αισθάνονται όλοι στις κλειδώσιες, τους αρμούς και τη σπονδυλική στήλη με τα πρώτα ή έστω τα δεύτερα ..άντα. Βέβαια για τους μήνες φθινοπώρου και χειμώνα όταν έχουμε πολλά χιόνια και βροχές, καλό είναι να μην κάνουμε λόγο. Το πράγμα μάλιστα καταντάει μαρτύριο όταν ο χειμώνας κρατάει ως τον Απρίλη ακόμα και τον Μάη, οπότε οι ράχες της Σύρτας, της Κερασιάς, του Τσονάκι, του Αγιάννη, του Μακρύβαλτου κι όλος ο καστανόλογγος εξακολουθούν νά ειναι σκεπασμένοι από παγωμένα χιόνια.

Τα τελευταία χρόνια, τα χιόνια δεν είναι τόσα πολλά που να δημιουργούν δυσκολίες στους μόνιμους κατοίκους του χωριού. Ενώ μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο οι χειμώνες ήταν ηπιότεροι, τα προπολεμικά χρόνια οι κάτοικοι υποχρεώνονταν να ρίχνουν τα χιόνια από τις σκεπές με το φτυάρι για να μην γονατίσουν απο το μεγάλο βάρος. Τους χειμερινούς μήνες που η θερμοκρασία πέφτει αρκετούς βαθμούς κάτω απο το μηδέν, τα νερά παγώνουν και στους τσίγκους και τις στέγες κρέμονται τα κρύσταλλα σαν χοντρά μπαστούνια με μάκρος πάνω από μέτρο.{jcomments on}