Highlight:
Tools
Wed 26 Apr 2017
Λιμνίστα PDF Εκτύπωση E-mail
Σχετικά με τη Ναυπακτία
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Τρίτη, 04 Ιανουάριος 2011 17:32

Τριάντα πέντε μόλις χιλιόμετρα από τη Ναύπακτο και πέντε από τον παλιό εθνικό δρόμο Ναυπάκτου-Λιδωρικίου, μέσα σε μια διαδρομή από οργιώδη βλάστηση, ρεματιές γεμάτες πανύψηλα και αιωνόβια πλατάνια, πλαγιές σκεπασμένες από βελανιδιές και κάθε λογής θάμνους και σε υψόμετρο 630 μ. βρίσκεται το γραφικό χωριό Λιμνίστα.

Είναι το πρώτο ημιορεινό χωριό που συναντάμε στη διαδρομή μας για την ορεινή Αν. Ναυπακτία, ένα κομμάτι τόσο πλούσιο σε ιστορία και φύση, αλλά τόσο εγκαταλελειμμένο από τους εκάστοτε κυβερνώντες.Τούτο το χωριό, δεν ήταν ποτέ κεφαλοχώρι, ούτε γέννημα και θρέμμα «ηρώων και επιφανών πολιτικών» αλλά ένα ταπεινό γραφικό Ρουμελιώτικο χωριό, με φιλόξενους, τίμιους και εργατικούς κατοίκους και όπως και παλαιότερα, έτσι και σήμερα, είναι ο συγκοινωνιακός κόμβος, για το «πέρασμα» είκοσι και πλέον χωριών της Ανατολικής Ναυπακτίας και Δυτικής Δωρίδας. Εκεί κάποτε σταματούσαν οι «κλούβες» αυτά τα λεωφορειάκα που στοίβαζαν μέσα ανθρώπους και πραμάτεια, κότες και άλλα τετράποδα- για να πιουν οι διψασμένοι και ταλαιπωρημένοι επιβάτες τους ένα ποτήρι δροσερό νερό, να πάρουν στα όρθια ένα λουκούμι, να ξαποστάσουν και «αγκομαχώντας» να πάρουν και πάλι το δρόμο για τον τελικό προορισμό τους, μέσα στις σκόνες, στη ζέστη το καλοκαίρι και τις λάσπες ,το κρύο, τις βροχές και τα χιόνια το χειμώνα.

Σήμερα εκεί στη ανακαινισμένη από τον Δήμο Αποδοτίας μικρή πλατειούλα και κάτω από τον γeρασμένο πλάτανο η παράδοση αναφέρει ότι στον βαθύ του ίσκιο κάθισε και ξεκουράστηκε ο ήρωας της επανάστασης Γιώργος Καραϊσκάκης με τα παλικάρια του στο πέρασμά του από το χωριό μας βαδίζοντας προς το ιστορικό μοναστήρι της Βαρνάκοβας - εκεί σήμερα, που μέσα από τα σπλάχνα της παρθένας γης αναβλύζει άφθονο και καταγάργαρο νερό, θα σταματήσουν οι διψασμένοι επιβάτες των Ι.Χ. όχι μόνο για να πιουν ένα ποτήρι δροσερό νερό, αλλά και να γευτούν από τις δύο γειτονικές ταβέρνες γνήσια και νόστιμα ρουμελιώτικα σπεσιαλιτέ. Δύο ταβέρνες που άνοιξαν τα τελευταία χρόνια και έδωσαν μια άλλη ζωή σε ολόκληρη την γύρω περιοχή. Εκεί, ο περαστικός ταξιδιώτης, προσκυνητής της Ρουμελιώτικης γης, θα βρει οποιαδήποτε εποχή του χρόνου ψητά της ώρας από ντόπια κρέατα, γευστικότατες πίτες, σαλάτες φασολάδα και κυνήγι τους χειμερινούς μήνες, παραδοσιακά γλυκά κ.ά.

Αν έχει χρόνο ο φίλος προσκυνητής του Ρουμελιώτικου τοπίου, αν έχει γερό πνευμόνι, πόδια που αντέχουν στην πεζοπορία και θέλει να γνωρίσει τις γύρω βουνοκορφές, να αγναντέψει την απεραντοσύνη, να περπατήσει ανάμεσα σε ρεματιές, να πιει δροσερό νερό από τις αμέτρητες πηγές, ας μη χάσει την ευκαιρία. Ας ανηφορίσει τότε προς τη «Μακριά Ράχη».  Το τοπίο θα τον ανταμείψει. Εκεί, μια ώρα περίπου

δρόμο, θα αγναντέψει μπροστά του τα περήφανα βουνά «Γκιώνα» και τα «Βαρδούσια», θα διακρίνει τον ήρεμο Πατραϊκό κόλπο και θα «χαιρετήσει» από ψηλά προς τη δυτική πλευρά, τα γραφικά χωριά Καταφύγιο, Αναβρυτή, Ασπριά και Κεντρική , στα νοτιοανατολικά απέναντι το Τείχιο, το Παλαιοξάρι,την Ποτιδάνεια , ανατολικά τo Ζoριάνου και το Αλεποχώρι, ενώ βόρεια την γραφική Τερψιθέα και την σκεπασμένη με έλατα Ελατού.

Από τη Λιμνίστα σε 15 λεπτά μπορείς να βρεθεί ο επισκέπτης-προσκυνητής και στην Ιερά Μονή της Βαρνακόβης, το «Κάστρο της Ορθοδοξίας» φορτωμένο με ιστορία και πνευματικότητα. Εδώ στο χιλιόχρονο Μοναστήρι, θα προσκυνήσει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, θα ξεναγηθεί από τις σεμνές μοναχές στους ιστορικούς χώρους του και θα απολαύσει την απεραντοσύνη που ξανοίγεται μπροστά του. Πολύ κοντά επίσης βρίσκεται και η λίμνη του Μόρνου, εκεί που το ανθρώπινο χέρι συγκέντρωσε όλα τα νερά της περιοχής για να ξεδιψάσει η «αχόρταγη« Αθήνα και ολόκληρος ο νομός Αττικής.

Τούτος ο τόπος της Λιμνίστας, μπορεί να είναι τραχύς, ορεινός αλλά είναι παράλληλα ζεστός και φιλόξενος. Ο επισκέπτης προσκυνητής έχει την ευκαιρία να γνωρίσει αλλά και να θαυμάσει ένα πεδίο με ποικίλες φυσικές ομορφιές και να περπατήσει στα χνάρια της ανθρώπινης παρουσίας εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Βέβαια η Λιμνίστα, όπως και σχεδόν όλα της ορεινής Ρούμελης, είναι ένα «ζωντανό» χωριό μόνο τους δύο θερινούς μήνες και κάποια Σαββατοκύριακα την χειμερινή, κατά την κυνηγητική, περίοδο. Τότε, τον Αύγουστο κυρίως μήνα, ακούγονται οι παιδικές φωνές, τα κλάματα κάποιου μωρού, η ξενόφερτη μουσική τις βραδινές ώρες και κάπου-κάπου και κάνα παραδοσιακό τραγούδι από τη νεολαία. Νεολαία όχι μόνο από τα ντόπια παιδιά, αλλά και αυτά των γειτονικών χωριών. Έχουν καταστήσει τη Λιμνίστα «καλοκαιρινό τους στέκι», τόπο συνάντησης , για φαγητό, χορό και διασκέδαση.

Στην υπόλοιπη όμως περίοδο, τους άλλους 10 μήνες αμπαρώνονται οι πόρτες, σφραγίζονται τα παραθυρόφυλλα, τα σοκάκια ερημώνουν και δεν απομένουν παρά δυο δωδεκάδες γεροντάκια, να «φυλάξουν Θερμοπύλες» τον βαρύ και ατέλειωτο χειμώνα. Ευτυχώς η Λιμνίστα, σε σύγκριση με τα άλλα πιο ορεινά και μάλιστα κεφαλοχώρια, η συγκοινωνία σχεδόν ποτέ δεν «κόβεται». Τα δύο εστιατόρια/καφενεία είναι ανοιχτά και πάντα σχεδόν γεμάτα. Λεωφορεία της γραμμής και τα τουριστικά, καθώς και τα δεκάδες ιδιωτικά, ανεβοκατεβαίνουν κάθε μέρα. Δίνουν μία ζωή στις λίγες ψυχές που έχουν απομείνει.

Η αλήθεια είναι όμως ότι τα χωριά μας χάνονται, σβήνουν μέρα με τη μέρα. «Και αν εξακολουθήσει η διαρροή και ερήμωση-όπως γράφει ο εξαίρετος λαογράφος μας Ζάχος Ξυροτήρης- θα πάει σε μάκρος, θα είναι επιτάφιος θρήνος του χωριού χωρίς ανάσταση. Δεν χάνονται τα χωριά μας σήμερα, μαζί τους χάνεται το υγιέστατο υλικό του έθνους, χάνεται ο στυλοβάτης της οικογένειας, της κοινωνίας, του έθνους, γιατί αποσύρουμε τα κοινωνικά και εθνικά μας φυλάκια, της προφυλακές της κοινωνίας και τους έθνους».

Σε μας λοιπόν τους ίδιους, σε μας που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε τούτες τις ραχούλες, που περπατήσαμε ξυπόλητοι και που η ανέχεια, η αστυφιλία, η μετανάστευση μας «έδιωξε» μακριά της, σε μας εξαρτάτε να κρατήσουμε «ζωντανά» τα χωριά μας και να μην καταντήσουν άλλα γηροκομεία και άλλα νεκροταφεία.

Μια επίσκεψή μας λοιπόν, όταν ο χρόνος και η δυνατότητα μας το επιτρέπει, να βάλουμε ένα κεραμίδι στο γερασμένο πατρικό «κονάκι», να φυτέψουμε ένα δενδράκι στον κήπο του σπιτιού, να κόψουμε τους βάτους που πάνε να «πνίξουν» το σπιτάκι μας, μια επίσκεψή μας εκεί , είναι σαν μια τονωτική ένεση στο χωριουδάκι και στην περιοχή μας γενικότερα. Δεν θα το σώσουμε, είναι πια αργά, αλλά να το διατηρήσουμε ζωντανό. {jcomments on}